Γράφει η Δήμητρα Αιγινίτη.

Στη Nαρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας (ΝΔΠ), η εικόνα του εαυτού είναι κεντρική. Οι άνθρωποι με ναρκισσιστικά κίνητρα, συχνά καθρεφτίζουν ή υπερτονίζουν μία ιδανική εκδοχή του εαυτού τους. Τι όμως κρύβεται πίσω από αυτήν την επιφάνεια;

 

Η Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας αποτελεί μία από τις πλέον πολύπλοκες κατηγορίες της ψυχοπαθολογίας. Σύμφωνα με το DSM-5 (American Psychiatric Association, 2013), χαρακτηρίζεται από ένα διάχυτο πρότυπο μεγαλείου στη φαντασία ή/και στη συμπεριφορά, ανάγκη για θαυμασμό και έλλειψη ενσυναίσθησης, που ξεκινά από την πρώιμη ενήλικη ζωή και εκδηλώνεται σε ποικίλα πλαίσια. Παρά τη φαινομενική αυτοπεποίθηση, υπεροψία και αλαζονεία, οι ναρκισσιστικές προσωπικότητες συχνά βιώνουν εύθραυστη αυτοεκτίμηση και εξαρτώνται έντονα από την εξωτερική αναγνώριση.

Η έννοια του Ναρκισσισμού άρχισε να αποκτά βιβλιογραφική και επιστημονική υπόσταση με το ψυχομετρικό εργαλείο Narcissistic Personality Inventory (NPI; Raskin & Hall, 1979). Τα βασικά δομικά στοιχεία  που προέκυψαν  από το εργαλείο αυτό ήταν η μεγαλομανία (gradiosity), το αίσθημα ανωτερότητας (entitlement & superiority), η επικυριαρχία (dominance) (Corry, Merritt, Mrug, & Pamp, 2008).

Ιστορική εξέλιξη της έννοιας

Ο όρος «ναρκισσισμός» έχει τις ρίζες του στον μύθο του Νάρκισσου. Στην ψυχανάλυση εισήχθη από τον Freud (1914/2005) στο έργο Zur Einführung des Narzißmus, όπου περιέγραψε τον πρωτογενή και δευτερογενή ναρκισσισμό. Ο πρωτογενής ναρκισσισμός θεωρήθηκε ως φυσιολογικό στάδιο ανάπτυξης, όπου το βρέφος επενδύει τη λίμπιντο στον εαυτό του. Ο δευτερογενής ναρκισσισμός, αντίθετα, προέκυπτε όταν η λίμπιντο που είχε στραφεί προς αντικείμενα επανεστιαζόταν στον εαυτό.

Άλλοι ψυχαναλυτές, όπως ο Rank (1911) και ο Adler (1927), τόνισαν την υπερβολική ανάγκη για υπεροχή και αυτοπροβολή. Ο Ellis (1898) εισήγαγε τον όρο για να περιγράψει σεξουαλικές αποκλίσεις, ενώ μεταγενέστερα η έννοια διευρύνθηκε, ώστε να περιγράψει ολόκληρη την προσωπικότητα.

Στη σύγχρονη εποχή, θεωρητικοί όπως ο Kohut (1971) και ο Kernberg (1975) διαμόρφωσαν δύο βασικές σχολές: η πρώτη δίνει έμφαση στην ανάπτυξη του εαυτού και τις διαταραχές της αυτοεκτίμησης, ενώ η δεύτερη εστιάζει στις διαταραγμένες εσωτερικεύσεις σχέσεων αντικειμένου και στις επιθετικές ενορμήσεις.

Θεωρητικά μοντέλα

  1. Ψυχαναλυτική προσέγγιση (Freud)
    Η ΝΔΠ μπορεί να κατανοηθεί ως μια κατάσταση όπου η ψυχική ενέργεια παραμένει εγκλωβισμένη στον ίδιο τον εαυτό, αντί να διοχετεύεται προς ουσιαστικές σχέσεις και δημιουργική δράση. Το άτομο δυσκολεύεται να επενδύσει συναισθηματικά σε άλλους ανθρώπους με ώριμο τρόπο, γιατί μεγάλο μέρος της ενέργειάς του αναλώνεται στη διατήρηση της εικόνας και της συνοχής του εαυτού του.
  2. Θεωρία του εαυτού (Kohut)
    Τη δεκαετία 1960-1970 ο Heinz Kohut θεμελιώνει σταδιακά τη θεωρία του για τον ναρκισσιμό. Ο Kohut (1971, 1977) υποστήριξε ότι ο ναρκισσισμός προκύπτει από ανεπαρκή ή απορριπτική ανταπόκριση των γονέων στις ναρκισσιστικές ανάγκες του παιδιού. Το άτομο αναζητά διαρκώς «καθρεπτιστικές» εμπειρίες για να σταθεροποιήσει τον εύθραυστο εαυτό του. Ο Kohut (1971) αρχικά χρησιμοποίησε τον όρο «μεγαλειώδης εαυτός» για να αποδώσει την αίσθηση μεγαλείου του εαυτού.
  3. Θεωρία σχέσεων αντικειμένου (Kernberg)
    Ο Otto Kernberg (1975) ερμήνευσε τον ναρκισσισμό ως αποτέλεσμα συγχώνευσης των καλών και κακών αναπαραστάσεων του εαυτού και των αντικειμένων. Όλα εναλλάσσονται ανάμεσα στο ιδανικό και στο απαξιωμένο. Δεν υπάρχει σταθερή και ρεαλιστική εικόνα. Σε αυτή τη δομή προσωπικότητας κυριαρχεί η παθητικο-επιθετική συμπεριφορά και χρησιμοποιούνται πρώιμοι μηχανισμοί άμυνας, όπως η σχάση.
  4. Κοινωνικοπολιτισμικές προσεγγίσεις
    Σύγχρονοι ερευνητές συνδέουν την αύξηση των ναρκισσιστικών χαρακτηριστικών με κοινωνικούς παράγοντες, όπως η κουλτούρα του ατομικισμού, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η έμφαση στην επιτυχία και την εικόνα (Twenge & Campbell, 2009).

Η εικόνα που δείχνει κανείς στον κόσμο συχνά αντικαθιστά την αληθινή ουσία του, και σύμφωνα με τον Jung, η περσόνα -ο εαυτός που παρουσιάζουμε στους άλλους- φαίνεται πιο ζωντανή και αξιόπιστη από τον πραγματικό μας χαρακτήρα. Είναι αυτό που ο Winnicott αποκάλεσε «ψευδή εαυτό», δηλαδή, η  παρουσίαση ενός εαυτού που το άτομο έχει μάθει από την εμπειρία του ότι είναι αποδεκτός.

Ο Jones (1913) περιέγραψε πρώτη φορά το ναρκισσιστικό άτομο ως εκείνο που διακρίνεται από μεγαλομανία. Ο τύπος αυτός είναι: επιδειξιομανής, απόμακρος και συναισθηματικά απρόσιτος, με φαντασιώσεις παντοδυναμίας, υπερεκτίμηση της δημιουργικότητάς του και επικριτικός απέναντι στο περιβάλλον του.

Τα ναρκισσιστικά άτομα έχουν ως κοινό γνώρισμα ένα εσωτερικό βίωμα ή/και τρόμο όσον αφορά στην ανεπάρκεια, την ντροπή, την αδυναμία και την κατωτερότητα (Cooper, 1984). Οι αντισταθμιστικές συμπεριφορές που χρησιμοποιούν διαφοροποιούνται πολύ, αποκαλύπτουν, όμως, παρόμοιους προβληματισμούς. Όμως συνήθως, αντί να καταρρέει κάτω από το βάρος της κατωτερότητας ή να εγκλωβιστεί στο θυμό, ο αντισταθμιστικός ναρκισσιστής αναπτύσσει μια ψευδαίσθηση ανωτερότητας.

Κλινικά χαρακτηριστικά και υποτύποι

Η ΝΔΠ περιλαμβάνει βασικά χαρακτηριστικά:

  • Μεγαλείο και αίσθημα υπεροχής
  • Ανάγκη για θαυμασμό
  • Έλλειψη ενσυναίσθησης
  • Εκμετάλλευση στις σχέσεις
  • Ζήλια προς τους άλλους ή πεποίθηση ότι οι άλλοι ζηλεύουν το άτομο

Ωστόσο, η κλινική εικόνα ποικίλλει. Έχουν περιγραφεί δύο κύριοι υποτύποι (Pincus & Lukowitsky, 2010): Α) Επιφανειακός/φανερός ναρκισσισμός: χαρακτηρίζεται από εμφανή αλαζονεία, υπεροψία και κοινωνική κυριαρχία. Β) Ευάλωτος/κρυφός ναρκισσισμός: εμφανίζεται με ευθραυστότητα, υπερευαισθησία στην κριτική και συχνά με καταθλιπτικά στοιχεία.

Συναισθήματα, ενορμήσεις και ιδιοσυγκρασία

Οι ναρκισσιστικές προσωπικότητες βιώνουν έντονες διακυμάνσεις στην αυτοεκτίμηση. Μικρές αποτυχίες ή κριτική μπορεί να προκαλέσουν δυσανάλογο άγχος, θυμό ή ντροπή. Η λεκτική επιθετικότητα συχνά εκφράζεται ως ναρκισσιστικός θυμός, ενώ η χαρά εξαρτάται από την αναγνώριση των άλλων. Η ιδιοσυγκρασία παίζει, επίσης, ρόλο, καθώς άτομα με υψηλή ευαισθησία στην αποδοχή ή την απόρριψη τείνουν να αναπτύσσουν πιο εύθραυστη ναρκισσιστική δομή (Cain et al., 2008). Ενώ οι ναρκισσιστικές προσωπικότητες μπορεί να επιδιώξουν να γεμίσουν το εσωτερικό κενό δημιουργώντας την συγκεκαλυμμένη ψευδαίσθηση ανωτερότητας, είναι επιρρεπή σε χρόνια αισθήματα ντροπής, ταπείνωσης και άγχους. Και γι’ αυτό τα άτομα με ναρκισσιστικά κίνητρα τρέπονται σε φυγή μπροστά στα λάθη τους και κρύβονται από εκείνους που θα τους αποκαλύψουν.

Ο «μεγαλοπρεπής εαυτός» δεν είναι πραγματική αυτοπεποίθηση, αλλά είναι άμυνα. Είναι ένα «φουσκωμένο» περίβλημα που καλύπτει βαθιά ανασφάλεια. Γι’ αυτό και όποια κριτική εκλαμβάνεται ως αμφισβήτηση ή υποτίμηση αυτής της «τέλειας» εικόνας, βιώνεται ως απειλή. Πρόκειται για τραυματισμό της ταυτότητας. Όσο πιο εύθραυστη είναι αυτή η κατασκευή, τόσο πιο έντονη γίνεται η αντίδραση. Η κριτική, ακόμη και όταν είναι ήπια ή καλοπροαίρετη, μπορεί να πυροδοτήσει απότομη λεκτική επιθετικότητα.

Όπως σημειώνει η Γιαννουλάκη (2020), η δυσφορία των ατόμων με ναρκισσιστική διαταραχή της προσωπικότητας έγκειται στο ότι αναζητούν στους άλλους το απολεσθέν πρωταρχικό εαυτοαντικείμενο (self-object), περιμένουν, δηλαδή, από τους άλλους να γεμίσουν ένα βαθύ, παλιό κενό που αισθάνονται μέσα τους, κυνηγώντας ξανά και ξανά αυτό που είχαν κάποτε ως βασική, πρωταρχική αίσθηση ασφάλειας και επιβεβαίωσης.

Αμυντικοί μηχανισμοί

Οι κυριότεροι μηχανισμοί άμυνας που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι με ναρκισσιστικά κίνητρα είναι η εξιδανίκευση και η υποτίμηση. Μια ακόμη αμυντική θέση είναι η τελειοθηρία. Επιδιώκουν μη ρεαλιστικά ιδεώδη και είτε πείθουν τον εαυτό τους ότι έχουν πετύχει το στόχο τους (το μεγαλειώδες αποτέλεσμα) είτε αντιδρούν στην αποτυχία τους νιώθοντας έμφυτα ατελείς και όχι ότι κάνουν λάθη, όπως όλοι.  Η ανάγκη για τελειότητα φαίνεται μέσα από συνεχή κριτική, είτε προς τον εαυτό είτε προς τους άλλους. Την ίδια στιγμή δυσκολεύεται να απολαύσει την απλότητα και την ατέλεια της ζωής. Δεν αντέχει ότι οι άνθρωποι κάνουν λάθη, αλλάζουν, δοκιμάζουν και εξελίσσονται. Όλα πρέπει να είναι φαινομενικά άψογα. Και επειδή τίποτα δεν είναι πραγματικά άψογο, το άτομο αυτό μένει συχνά ανικανοποίητο.

Οι κυρίαρχοι αμυντικοί μηχανισμοί στη ΝΔΠ είναι: 1) Σχάση: διαχωρισμός αντικειμένων σε «καλά» και «κακά», 2) Προβολή: απόδοση ανεπιθύμητων συναισθημάτων στους άλλους, 3) Εξιδανίκευση/υποτίμηση: εναλλαγή ανάμεσα στην υπερτίμηση και την απαξίωση των άλλων, 4) Άρνηση: αποφυγή της αναγνώρισης αδυναμιών ή αποτυχιών. Αυτές οι άμυνες προστατεύουν μεν από το άγχος της αναξιότητας, διαταράσσουν δε  τις διαπροσωπικές σχέσεις.

Ναρκισσιστικός εαυτός και σχέσεις

Οι ρομαντικές σχέσεις με ναρκισσιστικά άτομα είναι συχνά δύσκολες: οι άλλοι βιώνονται ως προεκτάσεις του εαυτού ή ως πηγές θαυμασμού. Η έλλειψη ενσυναίσθησης οδηγεί σε εκμετάλλευση, ενώ η αναζήτηση αναγνώρισης μπορεί να εξαντλεί τον σύντροφο. Παράλληλα, η ευαλωτότητα του ναρκισσιστικού εαυτού οδηγεί σε έντονο άγχος εγκατάλειψης και μοναξιάς.

Συχνά παρατηρείται ότι άτομα με έντονα ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά περνούν μέσα από επαναλαμβανόμενους κύκλους σχέσεων, γάμων, απιστιών και διαζυγίων στη διάρκεια της ζωής τους (Beck et al., 1990). Οι σχέσεις τους δυσκολεύονται να αποκτήσουν νόημα και βάθος, λόγω του τρόπου που σχετίζονται. Η έντονη ανάγκη επιβεβαίωσης και το ότι «τους αξίζει κάτι καλύτερο» (new supply) οδηγούν συχνά σε απαξίωση της/του συντρόφου. Η συνεχής ανάγκη επιβεβαίωσης και η υπερεκτίμηση του εαυτού μπορεί να οδηγήσει σε δυσλειτουργικές δυναμικές εντός της σχέσης, και σε αναζήτηση νέων. Την ίδια στιγμή, οι δικές τους πράξεις συχνά εξιδανικεύονται ή δικαιολογούνται με τρόπο που δεν βασίζεται στην πραγματικότητα (Gosling, John, Craik, & Robins, 1998).

Ψυχολογικά μοτίβα συμπεριφοράς που χρησιμοποιούνται συχνά για την επιβολή ελέγχου σε μια σχέση:

  1. Love Bombing. Είναι η αρχική φάση, η οποία χαρακτηρίζεται από υπερβολικό ενδιαφέρον, φιλοφρονήσεις, δώρα και προσοχή. Ο αποδέκτης νιώθει ξεχωριστός, αγαπητός και εξαρτημένος. Σημάδια: Βιασύνη στη σχέση (συζητήσεις για γάμο/αδελφές ψυχές/μοναδικότητα), συνεχής επαφή, υπερβολικές μεγαλειώδεις χειρονομίες και “future faking” (υποσχέσεις για ένα μέλλον που σπάνια πραγματοποιούνται). Σκοπός: Η οικοδόμηση άμεσης οικειότητας, κάνοντας τον άλλον να αγνοεί τα πρώιμα προειδοποιητικά σημάδια (red flags).
  2. Gaslighting. Στη συνέχεια, ο νάρκισσος αρχίζει να διαβρώνει την αίσθηση της πραγματικότητάς του άλλου, συχνά κατά τη διάρκεια του σταδίου της “υποτίμησης”. Είναι μια μορφή ψυχολογικής χειραγώγησης, όπου ο θύτης κάνει το θύμα να αμφισβητεί τις δικές του αναμνήσεις, αντιλήψεις και τη λογική του, με αποτέλεσμα τη μείωση της αυτοεκτίμησης.
  3. The Silent Treatment (Τιμωρία της σιωπής). Πρόκειται για τακτική που χρησιμοποιείται, ώστε να τιμωρηθεί ο αποδέκτης για υποτιθέμενες προσβολές, όπως το να θέτει όρια. Συμπεριφορά: Ο ναρκισσιστής σταματά εντελώς την επικοινωνία, αγνοώντας μηνύματα, κλήσεις και τη φυσική παρουσία του θύματος. Σκοπός: Η πρόκληση άγχους και ο εξαναγκασμός του θύματος να ζητήσει συγγνώμη για πράγματα που δεν έκανε, προκειμένου να αποκατασταθεί η επικοινωνία.
  4. Ghosting (Εξαφάνιση). Είναι η ξαφνική, σιωπηλή απεμπλοκή, που λειτουργεί ως μορφή απόρριψης. Συμπεριφορά: Πρόκειται για εξαφάνιση χωρίς εξήγηση, αφήνοντας τον άλλον σε κατάσταση σύγχυσης, ερωτικής απογοήτευσης και χωρίς εξηγήσεις που να κλείνουν ομάλα τη σχέση (closure). Σκοπός: Η αποφυγή λογοδοσίας, η «τιμωρία» του θύματος και η μετάβαση σε μια νέα «πηγή τροφοδοσίας» προσοχής και θαυμασμού (new supply).
  5. Discard (Απόρριψη). Συμβαίνει όταν ο ναρκισσιστής δεν αισθάνεται πλέον ότι η/ο σύντροφος εξυπηρετεί τις ανάγκες του ή όταν το θύμα έχει αποκαλύψει το πραγματικό πρόσωπο πίσω από τη μάσκα. Συμπεριφορά: Η σχέση τερματίζεται απότομα. Σκοπός: Η διατήρηση του ελέγχου και ο εξαναγκασμός του θύματος να νιώσει απελπισμένο.
  6. Hoovering (Επαναπροσέγγιση). Η (προσωρινή) επαναφορά μετα την απορριψη είναι το τελικό στάδιο αυτού του δυσλειτουργικού κύκλου. Συμπεριφορά: Ο ναρκισσιστής επανεμφανίζεται με φαινομενικά ειλικρινείς συγγνώμες, ρομαντικές χειρονομίες ή κατασκευάζοντας μια κρίση για να κερδίσει εκ νέου την προσοχή. Σκοπός: Η επιβεβαίωση!

Η βιαστική εκδήλωση αγάπης δεν είναι συνήθως ρομαντική, αλλά υποδηλώνει ένα δυσλειτουργικό σχεσιακό μοτίβο. Όταν κάποιος τοποθετεί σε «βάθρο» τον άνθρωπο που μόλις γνώρισε, δε σημαίνει βάθος, αλλά συναισθηματική επιτάχυνση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα όρια δεν είναι αγένεια ούτε ψυχρότητα, αλλά είναι πράξη αυτοσεβασμού.

Όταν εμφανίζεται το φαινόμενο της επαναπροσέγγισης (hoovering) με στόχο την επαναφορά στον ίδιο δυσλειτουργικό κύκλο ή την επιβεβαίωση, η πιο αποτελεσματική στρατηγική δεν είναι η διαπραγμάτευση, αλλά η πλήρης διακοπή επαφής. Το λεγόμενο no-contact δεν είναι εκδικητική στάση, είναι θεραπευτική παρέμβαση, διότι κάθε μήνυμα, κάθε «τυχαία» συνάντηση, κάθε ψηφιακή παρακολούθηση, επανενεργοποιεί το τραυματικό δέσιμο, καθυστερεί την αποδέσμευση, και εμποδίζει τον εγκέφαλο να αποσυνδέσει το ερέθισμα από την ανταμοιβή, επιτρέποντας την παραμονή ενός ατέρμονου κύκλου εξαρτητικής ενίσχυσης.

Η αναζήτηση υποστήριξης δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας, αλλά είναι ένδειξη ωριμότητας. Στην ψυχοθεραπεία μπορούν να διερευνηθούν και να κατανοηθούν γιατί συγκεκριμένα μοτίβα συμπεριφορών γίνονται ελκυστικά, πώς ενεργοποιούνται παλαιότερα σχήματα προσκόλλησης και πώς η αυτοεκτίμηση διαβρώνεται μέσα σε τέτοιες δυσλειτουργικές σχέσεις.

Στις δε φιλικές σχέσεις, οι ναρκισσιστικές προσωπικότητες υπερέχουν σε γνωριμίες, αλλά αποτυγχάνουν να κάνουν φίλους. Όταν ερωτώνται ποιοι είναι οι φίλοι τους και τι τους αρέσει περισσότερο, συχνά αποφεύγουν να απαντήσουν ευθέως στην ερώτηση.  Χωρίς πραγματικές φιλίες και με πίστη στην ανωτερότητα του εαυτού, οι ναρκισσιστικές προσωπικότητες αντικαθιστούν τις στενές φιλίες με έναν κύκλο «πιστών» θαυμαστών.

Θεραπευτικές προσεγγίσεις και προκλήσεις

Η θεραπεία της ΝΔΠ είναι απαιτητική, καθώς συχνά υπάρχει αντίσταση στην αναγνώριση της δυσλειτουργικής συμπεριφοράς, και έτσι σπάνια μια ναρκισστιστκή προσωπικότητα θα φτάσει στο ψυχοθεραπευτικό γραφείο…

  • Προσέγγιση Kohut: Δίνει έμφαση στη «συμμετοχική ενσυναίσθηση» του θεραπευτή και στη δημιουργία μιας διορθωτικής εμπειρίας καθρεπτισμού (Kohut, 1971).
  • Προσέγγιση Kernberg: Στόχος είναι η ενοποίηση των διχοτομημένων αναπαραστάσεων εαυτού και αντικειμένου μέσω ερμηνειών της μεταβίβασης (Kernberg, 1975).
  • Σύγχρονες σχεσιοκεντρικές προσεγγίσεις: Εστιάζουν στη θεραπευτική σχέση ως πεδίο συν-διαμόρφωσης εμπειριών και νοημάτων (Safran & Muran, 2000).

Στα πλαίσια μιας θεραπευτικής σχέσης μπορεί να έχουν τη συντονική προς το Εγώ προσδοκία ότι ο στόχος της θεραπείας είναι να τελειοποιήσουν τον εαυτό τους και όχι να τον κατανοήσουν και να ανακαλύψουν αποτελεσματικότερους τρόπους αντιμετώπισης των αναγκών τους. Η θεραπευτική συμμαχία είναι εύθραυστη, και αυτό γιατί ο θεραπευτής χρειάζεται να αντέχει την υποτίμηση, την εξιδανίκευση και την αντίσταση, ενώ ταυτόχρονα να παραμένει σταθερός και ενσυναισθητικός.

Συμπερασματικά, η Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας αποτελεί μια σύνθετη κλινική οντότητα, όπου συνυφαίνονται ατομικές, αναπτυξιακές και κοινωνικοπολιτισμικές διαστάσεις. Στην κατανόηση αυτής της διαταραχής, σημαντικοί είναι οι ψυχικοί αμυντικοί μηχανισμοί που προστατεύουν το άτομο από οδυνηρά συναισθήματα (όπως το άγχος) και οι σχέσεις με τους σημαντικούς άλλους. Η κατανόηση των αμυνών, της δυναμικής των σχέσεων και των θεραπευτικών προκλήσεων είναι κρίσιμη για την αποτελεσματική αντιμετώπιση. Η ψυχαναλυτική και ψυχοδυναμική θεώρηση προσφέρει πολύτιμα εργαλεία, ενώ η έρευνα συνεχίζει να φωτίζει τις βιολογικές και κοινωνικές συνιστώσες. Η πρόκληση για τον θεραπευτή είναι να προσφέρει ένα ασφαλές πλαίσιο, όπου ο ναρκισσιστικός εαυτός μπορεί να βιώσει την αμοιβαιότητα, να αναγνωρίσει τα όριά του και να αναπτύξει πιο ώριμες σχέσεις με τον εαυτό και τους άλλους.

*Απαγορεύεται  η αναδημοσίευση του άρθρου, χωρίς αναφορά στην πηγή και έγγραφη άδεια της υπεύθυνης της ιστοσελίδας www.aiginiti.gr

Βιβλιογραφία

  • American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed.). Arlington, VA: American Psychiatric Publishing.
  • Γιαννουλάκη Χρ. (2020). Heinz Kohut Ναρκισσισμός και Ψυχανάλυση. Αθήνα: ΙΝΔΙΚΤΟΣ
  • Cain, N. M., Pincus, A. L., & Ansell, E. B. (2008). Narcissism at the crossroads: Phenotypic description of pathological narcissism across clinical theory, social/personality psychology, and psychiatric diagnosis. Clinical Psychology Review, 28(4), 638–656. http://dx.doi.org/10.1016/j.cpr.2007.09.006
  • Freud, S. (1914/2005). Zur Einführung des Narzißmus [On narcissism: An introduction]. Athens: Επίκουρος.
  • Kernberg, O. F. (1975). Borderline conditions and pathological narcissism. New York: Jason Aronson.
  • Kohut, H. (1971). The analysis of the self. New York: International Universities Press.
  • Kohut, H. (1977). The restoration of the self. New York: International Universities Press.
  • Pincus, A. L., & Lukowitsky, M. R. (2010). Pathological narcissism and narcissistic personality disorder. Annual Review of Clinical Psychology, 6, 421–446. https://doi.org/10.1146/annurev.clinpsy.121208.131215
  • Raskin, R. N., & Hall, C. S. (1979). Narcissistic Personality Inventory. Psychological Reports, 45, 590. org/10.2466/pr0.1979.45.2.59
  • Safran, J. D., & Muran, J. C. (2000). Negotiating the therapeutic alliance: A relational treatment guide. New York: Guilford Press.
  • Twenge, J. M., & Campbell, W. K. (2009). The narcissism epidemic: Living in the age of entitlement. New York: Free Press.