Γράφει η Δήμητρα Αιγινίτη.

Οι διατροφικές διαταραχές αποτελούν ένα από τα πιο σύνθετα και σοβαρά ζητήματα ψυχικής υγείας. Η σχέση μας με την τροφή σχετίζεται, γενικότερα,  με το πώς σχετιζόμαστε με τον εαυτό μας, το σώμα μας και τους άλλους.

Σύμφωνα με τα τελευταία επιδημιολογικά δεδομένα (Galmiche et al., 2019), οι διατροφικές διαταραχές εμφανίζουν αυξητική επίπτωση παγκοσμίως, ενώ οι συνέπειες τους είναι σοβαρές, τόσο στη σωματική, όσο και στην ψυχική υγεία, και η θνητότητα, σε κάποιες εξ αυτών, όπως η ψυχογενής ανορεξία, παραμένει ιδιαίτερα υψηλή.

Χρόνια δίαιτα και συναισθηματικό φαγητό

Πριν από την εμφάνιση μιας πλήρους διαταραχής πρόσληψης τροφής, συνήθως προηγείται χρόνια δίαιτα, αλλά και η τάση να χρησιμοποιούμε το φαγητό ως μηχανισμό αντιμετώπισης ψυχικής δυσφορίας.

Η χρόνια δίαιτα, δηλαδή, η συνεχής προσπάθεια για περιορισμό της τροφής, με στόχο την απώλεια βάρους, φαίνεται να είναι μάστιγα και στην Ελλάδα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες εκτιμάται ότι μέχρι και το 45% των γυναικών βρίσκονται μονίμως σε δίαιτα, ενώ στην Ελλάδα ένα ποσοστό που αγγίζει το 25% των εφήβων άνω των 15 ετών έχουν δοκιμάσει την πρακτική του περιορισμού τροφής (Currie et al., 2004).

Το συναισθηματικό φαγητό σημαίνει ότι κάποιος τρώει για να αντιμετωπίσει ψυχικό πόνο ή αρνητικά συναισθήματα και όχι επειδή πεινά βιολογικά, ενώ έρευνες δείχνουν ότι το 60% περίπου των υπέρβαρων ατόμων τρώνε κυρίως με αυτόν τον τρόπο (Polivy & Herman, 1985).

Κύριες διαταραχές πρόσληψης τροφής

Σύμφωνα με τα διαγνωστικά κριτήρια (DSM-5, ICD-11), οι κύριες διαταραχές πρόσληψης τροφής θεωρούνται ότι είναι συγγενείς διαταραχές, αλλά ταξινομούνται ξεχωριστά.

Η Ψυχογενής Ανορεξία (Anorexia Nervosa, ΑΝ) είναι μία σωματικά και ψυχικά σοβαρή διαταραχή. Χαρακτηρίζεται από έντονο διατροφικό περιορισμό, χαμηλό σωματικό βάρος (BMI <17,5), έλλειψη εναισθησίας, αλεξιθυμία, έντονο φόβο για το βάρος και το σχήμα του σώματος, ενώ συχνά συνοδεύεται από τελετουργίες σχετικά με το φαγητό. Συχνά παρατηρούνται τελετουργίες, όπως η αργή μάσηση ή ο έλεγχος στην προετοιμασία της. Συγκαταλέγεται στις πιο επικίνδυνες ψυχικές διαταραχές, με το ποσοστό θνησιμότητας να ανέρχεται στο 15%, είτε λόγω σωματικών επιπλοκών, είτε λόγω αυτοκτονίας (Fairburn, 1997).

Συνέπειες:

  • Καρδιολογικά προβλήματα (αρρυθμίες, βραδυκαρδία, αλλοιώσεις της καρδιάς – εξου πάνω από το ήμισυ των θανάτων)
  • Νευρικό Σύστημα (κράμπες, μουδιάσματα)
  • Δερματολογικά – Υπερτρίχωση (lanugo)
  • Oστεοπόρωση και οστεοπενία
  • Ορμονικές Διαταραχές
  • Οργανικό Ψυχοσύνδρομο με τεράστιες συνέπειες σε όλους τους τομείς της λειτουργικότητας

Η Ψυχογενής Βουλιμία (Bulimia Nervosa, BN) χαρακτηρίζεται από επανειλημμένα επεισόδια υπερφαγίας, κατά τη διάρκεια των οποίων το άτομο αισθάνεται ότι δεν μπορεί να ελέγξει τον εαυτό του και ακολουθούν αντισταθμιστικές συμπεριφορές (π.χ. πρόκληση εμέτου, χρήση καθαρτικών, υπερβολική άσκηση), που αποσκοπούν στον έλεγχο του σωματικού βάρους (Agras et al., 2000).

Κλινικά Χαρακτηριστικά:

Κεντρικό ρόλο παίζουν τα επεισόδια υπερφαγίας, κατά τα οποία καταναλώνεται υπερβολική ποσότητα φαγητού σε σύντομο χρονικό διάστημα. Αυτά τα επεισόδια συνοδεύονται από ένα αίσθημα απώλειας ελέγχου και από αγωνία για την πρόσληψη βάρους. Ακολουθούνται από διορθωτικές ενέργειες. Αυτές διακρίνονται σε δύο τύπους: α) Μη Καθαρτικός Τύπος, ο οποίος χαρακτηρίζεται από δίαιτα ή γυμναστική, και β) Καθαρτικός Τύπος, ο οποίος χαρακτηρίζεται από εμετό, καθαρτικά ή διουρητικά. Τα επεισόδια υπερφαγίας και οι διορθωτικές ενέργειες πρέπει να συμβαίνουν με συχνότητα 1 φορά την εβδομάδα για τουλάχιστον 3 μήνες. Κεντρικός Άξονας: Η αυτοεκτίμηση του ατόμου επηρεάζεται ιδιαίτερα από την εικόνα ή το βάρος του σώματος. Επιδημιολογικά Στοιχεία: Ο επιπολασμός της βουλιμίας είναι διπλάσιος σε σχέση με την ανορεξία. Τα ποσοστά θνησιμότητας είναι ασαφή, αλλά γενικώς πολύ χαμηλότερα από εκείνα της ανορεξίας.

Η Διαταραχή Υπερφαγίας (Binge Eating Disorder, BED) αφορά σε επεισόδια υπερφαγίας, χωρίς διορθωτικές ενέργειες, με συχνότητα τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα για τρεις μήνες. Συνοδεύεται από ενοχές, άγχος και κοινωνικό στίγμα. Είναι τριπλάσια σε συχνότητα από τη βουλιμία και αφορά εξίσου άνδρες και γυναίκες (Wilfley et al., 2002).

Οι λιγότερο συνήθεις μορφές διατροφικής διαταραχής περιλαμβάνουν την αλλοτριοφαγία (pica), τη μηρυκαστική διαταραχή και την ορθοφαγία/ορθορεξία (Bryant-Jefferies, 2006), αλλά και την αποφευκτική/περιοριστική διαταραχή πρόσληψης τροφής.

Αίτια και παράγοντες κινδύνου

Οι διαταραχές πρόσληψης τροφής είναι πολυπαραγοντικές και σχετίζονται με αυστηρές στάσεις απέναντι στην εμφάνιση, ανασφαλής προσκόλληση, αλεξιθυμία και υπερβολικός έλεγχος. Ως προς τους κοινωνικο-πολιτισμικούς παράγοντες, τα πρότυπα που προβάλλονται από τα ΜΜΕ και τα social media είναι εκείνα του εξαιρετικά χαμηλού βάρους. Σε συνδυασμό με την κοινωνία της αφθονίας, αυτά τα δύο συνυπάρχοντα φαινόμενα εντείνουν την εμμονή με το φαγητό και την δίαιτα (Wilfey & Rodin, 1995). Την ίδια στιγμή, ατομικοί παράγοντες, όπως η χαμηλή αυτοεκτίμηση, η τελειομανία, η γνωσιακές διαστρεβλώσεις και οι προηγούμενες τραυματικές εμπειρίες μπορούν να αποτελέσουν αίτια διατροφικής συμπεριφοράς (Polivy & Herman, 1987). Τέλος, δεν παραλείπονται οι βιολογικοί παράγοντες, όπως η γενετική προδιάθεση, οι νευροενδοκρινολογικές δυσλειτουργίες και η έλλειψη σεροτονίνης (Kass et al., 2013). Συνήθως, οι παράγοντες αυτοί συνδυάζονται, χωρίς να μπορούμε να μιλήσουμε για μία μοναδική αιτία.

Συνέπειες στη σωματική και ψυχική υγεία

Οι επιπτώσεις των διατροφικών διαταραχών είναι εκτεταμένες και οι συνέπειες γίνονται πιο σοβαρές αν δεν αντιμετωπιστούν. Σε ψυχικό επίπεδο, συχνά συνυπάρχουν κατάθλιψη, αγχώδεις διαταραχές, διαταραχές προσωπικότητας και χαμηλή αυτοεκτίμηση και το κοινωνικό στίγμα λειτουργεί ως επιβαρυντικός παράγοντας, καθώς εντείνει την απομόνωση και δυσκολεύει την αναζήτηση βοήθειας. Επιπλέον, η ανορεξία προκαλεί σοβαρές ιατρικές επιπλοκές, όπως καρδιολογικά προβλήματα, οστεοπόρωση και ορμονικές διαταραχές. Η βουλιμία συνδέεται με ηλεκτρολυτικές ανισορροπίες, γαστρεντερικά και οδοντιατρικά προβλήματα. Η υπερφαγία αυξάνει τον κίνδυνο παχυσαρκίας, διαβήτη τύπου 2 και καρδιαγγειακών νοσημάτων (Gonidakis, 2016).

Θεραπευτικές προσεγγίσεις

Σημαντικός είναι ο τρόπος με τον οποίο θα προσεγγιστούν οι διαταραχές στη λήψη τροφής και αν αυτός περιλαμβάνει μια ολιστική προσέγγιση με τη διεπιστημονική συμβολή, αφού μόνο έτσι μπορούμε να είμαστε όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικοί και να έχουμε καλύτερα ποσοστά ανάρρωσης. Για να αντιμετωπιστούν επιτυχώς οι διαταραχές αυτές, χρειάζεται αφενός ιατρική και ψυχολογική υποστήριξη και αφετέρου διατροφική.

Ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις:

  • Γνωσιακή-Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT-E): Εστιάζει στην τροποποίηση δυσλειτουργικών σκέψεων και συμπεριφορών γύρω από το φαγητό και το σώμα. Η θεραπεία διαρκεί συνήθως 20 συνεδρίες, με προσαρμογές ανάλογα με τη σοβαρότητα (Fairburn, 1997).
  • Διαπροσωπική Θεραπεία (IPT): Βοηθά στην κατανόηση της σχέσης μεταξύ διαπροσωπικών συγκρούσεων και προβληματικής χρήσης τροφής. Έχει δείξει υψηλή αποτελεσματικότητα στη βουλιμία και στην υπερφαγία (Agras et al., 2000).
  • Ψυχοδυναμική και Προσωποκεντρική Ψυχοθεραπεία: Διερευνά τους βαθύτερους ψυχολογικούς λόγους πίσω από την παθολογία, αναδεικνύοντας θέματα ταυτότητας και αυτοαποδοχής (Bryant-Jefferies, 2006). Η ψυχοδυναμική παρέμβαση εστιάζει στη λειτουργία της διαταραχής μέσα στην ψυχική δομή του ατόμου, αναδεικνύοντας τη σχέση με το σώμα ως αντανάκλαση πρώιμων σχέσεων και τραυμάτων. Η θεραπευτική σχέση καθίσταται κεντρικό εργαλείο, καθώς επιτρέπει τη σταδιακή εγκατάλειψη του συμπτώματος ως μοναδικού τρόπου ρύθμισης.
  • Οικογενειακή Θεραπεία: ιδιαίτερα σημαντική στους εφήβους με ανορεξία, καθώς ο ρόλος της οικογένειας είναι καθοριστικός (Minuchin & Selvini, αναφ. στο Gonidakis, 2016).
  • Φαρμακοθεραπεία: δεν υπάρχουν εξειδικευμένα φάρμακα για τις διαταραχές πρόσληψης τροφής. Ωστόσο, αντικαταθλιπτικά και αντιεπιληπτικά χρησιμοποιούνται υποστηρικτικά, με μέτρια αποτελέσματα (Kass et al., 2013).

Στις διαταραχές πρόσληψης τροφής, παρά την πρόοδο στην έρευνα, τα ποσοστά υποτροπών (relapce) και διακοπής θεραπείας παραμένουν υψηλά, κάτι που δείχνει την ανάγκη για πιο εξατομικευμένες παρεμβάσεις.

Συμπερασματικά, οι διαταραχές πρόσληψης τροφής συνεχίζουν να είναι πολυπαραγοντικές και πολύπλοκες ψυχιατρικές διαταραχές με σοβαρές προεκτάσεις, αλλά έρχονται στο προσκήνιο όλο και περισσότερες έρευνες, οι οποίες τονίζουν την ανάγκη να ακούγεται περισσότερο η «φωνή» των ασθενών και να δίνεται έμφαση στον ρόλο της ενσυναίσθησης, της αυθεντικότητας, της αυτοαποδοχής. Το σώμα συχνά κουβαλά αυτό που δεν βρήκε λόγια. Το φαγητό και το σώμα λειτουργούν συχνά ως η γλώσσα ενός ψυχικού πόνου που δεν βρήκε άλλο τρόπο να ειπωθεί. Όσο αντιμετωπίζουμε το σύμπτωμα αποκομμένο από το νόημα του, τόσο θα επιστρέφει. Η ουσιαστική θεραπεία δεν στοχεύει απλώς στο «να φάει κανείς σωστά», αλλά στο να μπορέσει να νιώσει, να σχετιστεί και να υπάρξει μέσα στο σώμα του, χωρίς φόβο και τιμωρία. Η κατανόηση είναι πάντα το πρώτο θεραπευτικό βήμα.

*Απαγορεύεται  η αναδημοσίευση του άρθρου, χωρίς αναφορά στην πηγή και έγγραφη άδεια της υπεύθυνης της ιστοσελίδας www.aiginiti.gr

Βιβλιογραφία

  • Agras, W. S., Walsh, B. T., Fairburn, C. B., Wilson, G. T., & Kraemer, H. C. (2000). A multicenter comparison of cognitive-behavioral therapy and interpersonal psychotherapy for bulimia nervosa. Archives of General Psychiatry, 57(5), 459–466. DOI: 10.1001/archpsyc.57.5.459
  • Bryant-Jefferies, R. (2006). Counselling for Eating Disorders in Women: A Person-Centered Dialogue (1st ed.). CRC Press. https://doi.org/10.1201/9781315377568
  • Brytek-Matera, A. (2012). Orthorexia nervosa–an eating disorder, obsessive-compulsive disorder or disturbed eating habit. Archives of Psychiatry and psychotherapy, 1(1), 55-60.
  • Currie, C., Roberts, C., Morgan, A., Smith, R., Settertobulte, W., Samdal, O., & Rasmussen, V. B. (Eds.). (2004). Young People’s Health in Context: International report from the HBSC 2001/02 survey. WHO Regional Office for Europe.
  • Fairburn, C. G. (1997). Interpersonal psychotherapy for bulimia nervosa. In D. M. Garner & P. E. Garfinkel (Eds.), Handbook of treatment for eating disorders (2nd ed., pp. 278–294). The Guilford Press.
  • Galmiche, M., Déchelotte, P., Lambert, G., & Tavolacci, M. (2019). Prevalence of eating disorders over the 2000–2018 period: A systematic literature review. The American Journal of Clinical Nutrition, 109(5), 1402–1413. DOI: 10.1093/ajcn/nqy342
  • Gonidakis, F. (2016). Eating Disorders. In J. Mezzich, M. Botbol, G. Christodoulou, C. Cloninger, & I. Salloum (Eds.), Person Centered Psychiatry (pp. 381–392). Switzerland: Springer. DOI:10.1007/978-3-319-39724-5_28
  • Kass, A. E., Kolko, R. P., & Wilfley, D. E. (2013). Psychological treatments for eating disorders. Current Opinion in Psychiatry, 26(6), 549–555. doi: 10.1097/YCO.0b013e328365a30e.
  • Polivy, J., & Herman, C. P. (1987). Diagnosis and treatment of normal eating. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 55(5), 635–644. https://doi.org/10.1037/0022-006X.55.5.635
  • Polivy, J., & Herman, C. P. (1985). Dieting and binging: A causal analysis. American Psychologist, 40(2), 193–201. https://doi.org/10.1037/0003-066X.40.2.193
  • Wilfey, D. E., Welch, R. R., et al. (2002). A randomized comparison of group cognitive-behavioral therapy and group interpersonal psychotherapy for the treatment of overweight individuals with binge-eating disorder. Archives of General Psychiatry, 59(8), 713–721. DOI: 10.1001/archpsyc.59.8.713
  • Wilfey, D. E., & Rodin, J. (1995). Cultural influences on eating disorders. In K. D. Brownell & C. G. Fairburn (Eds.), Eating Disorders and Obesity: A Comprehensive Handbook (pp. 78–82). New York: Guilford Press.