Γράφει η Δήμητρα Αιγινίτη.

 

Η Θεωρία Δεσμού ή Προσκόλλησης ή Πρόσδεσης  (Attachment Theory) έχει αναχθεί σ’ ένα κεντρικό εξηγηματικό πλαίσιο για τις ατομικές διαφορές στην  ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη και την ψυχική υγεία, σε όλο το ηλικιακό φάσμα της ζωής του ανθρώπου. Πρόκειται, κυρίως, για μια θεωρία κοινωνικής ανάπτυξης που αποτελεί, σήμερα, ένα από τα πιο σημαντικά εργαλεία στην Ψυχολογία και την Ψυχοθεραπεία, παρέχοντας πολύτιμες πληροφορίες για την εξέλιξη του ατόμου, τη θεραπεία τραυμάτων και τη βελτίωση των διαπροσωπικών σχέσεων.

Τα Θεμέλια για Υγιείς Σχέσεις

Η θεωρία για τη σύναψη δεσμού που ανέπτυξε ο John Bowlby (1969/1982, 1973, 1980) αφορά στον τρόπο με τον οποίο δομείται η σχέση του παιδιού με τη μητέρα του κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του και αποτελεί το θεωρητικό πλαίσιο, βάσει του οποίου μπορεί να επηρεαστούν οι διαπροσωπικές σχέσεις του ατόμου κατά τη διάρκεια της ζωής του. Ως δεσμός χαρακτηρίζεται κάθε σχέση που απαντάται στην αναζήτηση της εγγύτητας, στην ασφάλεια της «φωλιάς» ή στην αναστάτωση από έναν αποχωρισμό και στην αμυντική αποφυγή. 

Αρχικά, η θεωρία στόχευε στην εξήγηση της ψυχοσύνθεσης των παιδιών σε σχέση με τις «φιγούρες προσκόλλησης». Στη συνέχεια, διαπιστώθηκαν μακροπρόθεσμες επιπτώσεις σχετικά με τις πρώιμες εμπειρίες με τους φροντιστές, επιδρώντας στα γνωστικά και συναισθηματικά σχήματα και/ή στις αναπαραστάσεις του εαυτού ως προς τις στενές διαπροσωπικές σχέσεις. Πρόκειται για αναπαραστάσεις που επηρεάζουν τη συμπεριφορά, τις προσδοκίες, τα συναισθήματα, τις άμυνες και τις σχέσεις ενός ατόμου, με αποτέλεσμα ενεργά μοντέλα δεσμού να εξακολουθούν να υφίστανται αμετάβλητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής. Τα κοινά χαρακτηριστικά που παρουσιάζουν κάποια παιδιά στη σύναψη δεσμού οδήγησαν στη διάκριση των τύπων σύναψης δεσμού, αρχικά στον Ασφαλή τύπο, τον Αγχώδη-Αμφιθυμικό, τον Αγχώδη-Αποφευκτικό και στη συνέχεια στον Αποδιοργανωμένο/Αποπροσανατολισμένο.              

Η γέννηση της Θεωρίας Δεσμού

Ο John Bowlby υπήρξε μια σπάνια προσωπικότητα στην ψυχαναλυτική κοινότητα, ο οποίος εστίασε με επιμονή στη σημασία της εμπειρικής και έξω-κλινικής επικύρωσης των θεωριών. Για το σκοπό αυτό, σχημάτιζε συμμαχίες με ερευνητές από διάφορους κλάδους και συνεργάστηκε με ερευνητές  ψυχολόγους στην κλινική Tavistock, όπου εργαζόταν (Goldberg, 1995). Η πιο σημαντική συνεργασία του ήταν με την Mary Ainsworth. Μέσα από τη συνεργασία του αναπτύχθηκε η θεωρία Δεσμού ή Προσκόλλησης ή Πρόσδεσης. Οι δύο τους ήταν γνωστοί για την αναλυτική σκέψη και την ξεκάθαρη γραφή τους. Ο Bowlby κυρίως για το ευρύ και ανοιχτό πνεύμα του και η Ainsworth για την παρατηρητικότητα της και τη μεθοδολογική δημιουργικότητα και γραφή της. Οι δύο τους, ως «ασφαλή» βάση για μεταγενέστερους θεωρητικούς και ερευνητές, έθεσαν τα θεμέλια για τη μέγα-θεωρία εκείνη που αποτέλεσε έμπνευση για χιλιάδες επιστημονικές έρευνες, ανά τον κόσμο, σε πολλά πεδία της Ψυχολογίας, όπως στην Αναπτυξιακή, την Κοινωνική, τη Συμβουλευτική, τη Γνωστική, την Κλινική Ψυχολογία, καθώς και την Ψυχιατρική.

Τις τελευταίες δεκαετίες, η θεωρία δεσμού του Bowlby έχει αποτελέσει ένα σημαντικό πλαίσιο για την κατανόηση της διαμόρφωσης των ψυχολογικών λειτουργιών στους ενήλικες. Τόσο η θεωρία, όσο και η έρευνα έχουν εστιαστεί στις πρωταρχικές φιγούρες δεσμού με σημαίνοντα πρόσωπα, δηλαδή, με τον κύριο φροντιστή, κατά την βρεφική και παιδική ηλικία (Τύποι Δεσμού), καθώς και τις πεποιθήσεις για τον εαυτό και τον κόσμο κατά την ενήλικη ζωή (Ενεργά Μοντέλα Δεσμού) (Mikulincer, 2005). Στο πεδίο της σύγχρονης Ψυχολογίας, πιστεύεται γενικά ότι η ποιότητα της πρώιμης εμπειρίας ενός ατόμου με τους πρώτους φροντιστές επηρεάζει έντονα τις στενές σχέσεις στην ενήλικη ζωή (Hazan & Shaver, 1987). Άλλωστε, μέσα από το καίριο ερώτημα που έχει ήδη θέσει ο Bowlby: «γιατί ο συναισθηματικός δεσμός με τους φροντιστές στην παιδική ηλικία έχει τέτοια επίδραση και στην μετέπειτα ανάπτυξη του ατόμου;»,  συμπέρανε ότι όταν ένα παιδί έχει γονείς στους οποίους δεν μπορεί να στηρίζεται ή δεν μπορεί να συνάψει μια ασφαλή σχέση, η ανάπτυξη της προσωπικότητας του αλλοιώνεται, με αποτέλεσμα να παρουσιαστούν συναισθηματικές διαταραχές άγχους και κατάθλιψης, καθώς και σημαντικές διαταραχές προσωπικότητας (Mikulincer, 2005). 

Πρόκειται, επι της ουσίας, για μια  θεωρία κοινωνικής ανάπτυξης που περιγράφει την προέλευση των στενών διαπροσωπικών σχέσεων. Η αλληλεπίδραση του περιβάλλοντος, ιδιαίτερα η γονεϊκή, οδηγεί σε μεμονωμένες ατομικές διαφορές ως προς τη συμπεριφορά προσκόλλησης αργότερα. Οι συμπεριφορές προσκόλλησης είναι διαπροσωπικές ενέργειες που αποσκοπούν στην αύξηση της αίσθησης ασφάλειας ενός ατόμου, ιδιαίτερα σε περιόδους άγχους ή ανάγκης. Αυτά τα διαπροσωπικά πρότυπα παραμένουν σταθερά και στην ενήλικη ζωή και καθίσταται όλο και πιο σημαντικά, καθώς η προσκόλληση επηρεάζει πολλά βιοψυχοκοινωνικά φαινόμενα, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής λειτουργικότητας, την αντιμετώπιση και  αντίδραση στο στρες, την ψυχολογική ευεξία, την υγιή  συμπεριφορά και την παθολογία (Ravitz et al., 2010 ).

Από το Μηχανισμό στο Νόημα: Τύποι Δεσμού

Το 1977 ο Bowlby ορίζοντας την προσκόλληση έγραψε: «Η συμπεριφορά προσκόλλησης νοείται ως μια οποιαδήποτε μορφή συμπεριφοράς που οδηγεί ένα άτομο στην προσπάθεια για να διατήρηση την εγγύτητα με κάποιο άλλο άτομο της επιλογής του, το οποίο συνήθως θεωρείται ισχυρότερο και/ή σοφότερο. Αν και είναι πιο συχνό να εκδηλώνεται έντονα στα βρέφη και τα μικρά παιδιά, συνεχίζει να είναι έκδηλο καθ ‘όλη τη διάρκεια της ζωής, ειδικά όταν είναι κανείς συναισθηματικά φορτισμένος, στενοχωρημένος, άρρωστος ή φοβισμένος» (Ainsworth, 1985). 

Το έργο των Bowlby-Ainsworth για τους τρεις τύπους δεσμού έδωσε το έναυσμα για περαιτέρω έρευνα και επεκτάθηκε από άλλους ερευνητές όπως την Kim Bartholomew και την Mary Main. Με παρακαταθήκη το θεωρητικό σχήμα των Bowlby και  Ainsworth, οι Bartholomew και Horowitz (1991), υπογράμμισαν  πως οι σχέσεις προσκόλλησης συνεχίζουν να έχουν ιδιάζοντα ρόλο κατά τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου, με την πρώτη να δημιουργεί μια νέα τυπολογία. Η Kim Bartholomew (1990), πρότεινε τη διάκριση τεσσάρων τύπων δεσμού. Συστηματοποιώντας τη σύλληψη του Bowlby όρισε το μοντέλο των τεσσάρων κατηγοριών δίνοντας 4 τύπους σύναψης δεσμού: τον Ασφαλή (Secure), τον αγχώδη Αμφιθυμικό/Εμμονικό (Preoccupied), τον Αποφυγής/Φοβικό (Fearful) και τον Aποφυγής/Απορριπτικό (Dismissing). Πιο συγκεκριμένα, αντλώντας από τη θεωρία του Bowlby, υποστήριξε και εκείνη πως το άτομο εσωτερικεύει στον εκάστοτε τύπο δεσμού και τα χαρακτηριστικά που αποκόμισε κατά τη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας από τους γονείς του (Καφέτσιος, 2005). Σύμφωνα με την ίδια, τα μοντέλα δεσμού προέρχονται από την πεποίθηση που έχει το άτομο για τον εαυτό του και τους άλλους και έτσι η διάκριση των τύπων γίνεται με γνώμονα δύο διαστάσεις α) τη θετική ή αρνητική εικόνα που έχει το άτομο για τον εαυτό του και αναφέρεται στο άγχος και β) τη θετική ή αρνητική εικόνα που έχει το άτομο για τους άλλους, που αναφέρεται στην αποφυγή (Bartholomew & Horowitz, 1991).       

pastedGraphic.png pastedGraphic_1.png

Τα άτομα με ασφαλή τύπο δεσμού (Secure) διατηρούν θετική εικόνα όχι μόνο για τον εαυτό τους, αλλά και για τους γύρω τους (Bartholomew & Horowitz, 1991. Καφέτσιος, 2005). Χαρακτηρίζονται από υψηλή αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση. Έχουν καλή επικοινωνία με τους άλλους και συναισθηματικό έλεγχο. Οι σχέσεις τους δεν είναι συγκρουσιακές και εκφράζονται θετικά για αυτές. Επιπλέον, σε περίπτωση που βρεθούν σε δύσκολα διαχειρίσιμη κατάσταση αναζητούν εύκολα βοήθεια και αντίστοιχα παρέχουν με την ίδια ευκολία βοήθεια σε κάποιον που τη χρειάζεται. Οι διαπροσωπικές τους σχέσεις χαρακτηρίζονται από αμοιβαιότητα, εμπιστοσύνη και δέσμευση. Τα άτομα αυτά εμφανίζονται συνεκτικά και συνεργάσιμα. Ο διάλογος γίνεται με φρεσκάδα και είναι στοχαστικός. Μπορεί να είχαν θετικές ή αρνητικές εμπειρίες από την παιδική ηλικία, αλλά έχουν προοπτική και κατανόηση τόσο των δικών τους εμπειριών όσο και των εμπειριών των άλλων. 

Τα άτομα με εμμονικό/αμφιθυμικό τύπο δεσμού (Preoccupied) έχουν αρνητική εικόνα για τον εαυτό τους και θετική εικόνα για τους άλλους (Bartholomew & Horowitz, 1991). Χαρακτηρίζονται από υψηλά επίπεδα άγχους και συχνά εκφράζονται με ανησυχία για την ειλικρίνεια και τη δέσμευση των άλλων. Σύμφωνα με τον Simpson (1990), κατά κύριο λόγο εκφράζονται αρνητικά για τις σχέσεις τους. Χαρακτηριστικό τους είναι ότι δεν επιζητούν την ανεξαρτησία τους, αλλά την ισχυρή δέσμευση στις σχέσεις και είναι συναισθηματικά εξαρτώμενοι από τους άλλους. Έχουν διαρκές άγχος μήπως τους εγκαταλείψουν και για αυτό συχνά υποφέρουν από ακραία ζήλεια. Μάλιστα, η αυτοπεποίθηση και η αυτοεκτίμησή τους είναι σε χαμηλά επίπεδα. Έχουν την πεποίθηση πως οι άλλοι δεν είναι πρόθυμοι να αλληλεπιδράσουν μαζί τους και ότι είναι πιθανό να θέλουν να τους εγκαταλείψουν.

H διάκριση του αποφευκτικού τύπου σε απορριπτικό και φοβικό κάνει περισσότερο εμφανείς τις διαφοροποιήσεις των ατόμων αυτών και των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν στην εφηβική και αργότερα στην ενήλικη ζωή τους (Ammaniti, Ijzendoorn, Speranza, Tambelli, 2000).

Τα άτομα με αποφευκτικό/απορριπτικό τύπο δεσμού (Dismissing), έχοντας υψηλή αυτοεκτίμηση, παρουσιάζουν εξιδανικευμένη θετική εικόνα για τον εαυτό τους και αρνητική για τους άλλους. Παρά το γεγονός όμως ότι έχουν υψηλά επίπεδα αυτοπεποίθησης, υστερούν στην έκφραση των συναισθημάτων τους και δυσκολεύονται να παράσχουν φροντίδα στις σχέσεις τους (Bartholomew & Horowitz, 1991). Επιπλέον, δυσκολεύονται να δεχτούν βοήθεια και να προσφέρουν αντίστοιχα. Οι σχέσεις τους διακρίνονται από χαμηλά επίπεδα αλληλεξάρτησης, εμπιστοσύνης και εγγύτητας. Κατά συνέπεια, τα όποια προβλήματα δημιουργούνται στις σχέσεις των αποφευκτικών/ απορριπτικών προέρχονται από τον φόβο της εγγύτητας πάρα από το άγχος της εγκατάλειψης, όπως στους αμφιθυμικούς/εμμονικούς.     

Τα άτομα με αποφευκτικό/ φοβικό τύπο δεσμού (Fearful) έχουν αρνητική εικόνα και για τον εαυτό τους και για τους άλλους (Bartholomew & Horowitz, 1991, Καφέτσιος, 2005). Συνήθως αυτά τα άτομα προέρχονται από οικογένειες με δυσχέρειες και με ιστορικό κακοποίησης εντός αυτών, ενώ είναι πιθανό οι γονείς να βρίσκονται αντιμέτωποι με την κατάθλιψη ή τον αλκοολισμό. Χαρακτηριστικό στις σχέσεις τους είναι το υπερβολικό άγχος. Συχνά νιώθουν ότι είναι θύματα εκμετάλλευσης των άλλων και ανησυχούν για τις σκέψεις που κάνουν οι άλλοι για αυτούς (Καφέτσιος, 2005). Το γεγονός ότι δε διαθέτουν τις απαραίτητες κοινωνικές δεξιότητες τα κάνει μοναχικά άτομα, χωρίς στενές διαπροσωπικές σχέσεις (DiTomaso et al., 2003).  Εδώ, η «προσκόλληση» αφορά στη διάθεση απόρριψης από την ενεργό αλληλεπίδραση. Διαπιστώνεται έλλειψη αναμνήσεων από τις παιδικές εμπειρίες. Αποκόπτεται συναισθηματικά και απορρίπτει τη σημασία των συναισθημάτων.

Η Mary Main (1986), διάδοχος της εργασίας του John Bowlby και της Mary Ainsworth, εστίασε ιδιαίτερα στους τύπους δεσμού στην ενήλικη ζωή και τη διασύνδεσή τους με την παιδική εμπειρία. Διαφοροποιήθηκε από τους προηγούμενους, προσθέτοντας τον Αποδιοργανωμένο τύπο (Disorganized). Ανέπτυξε  το Adult Attachment Interview (AAI), και κατηγοριοποίησε τους τύπους δεσμού με βάση το πώς οι ενήλικες ανακαλούν και αφηγούνται τις εμπειρίες τους από την παιδική ηλικία. Οι τύποι δεσμού σύμφωνα με την  Main είναι: 1) Ασφαλής (Secure-autonomous)- Ενήλικες με ασφαλή δεσμό περιγράφουν τις εμπειρίες τους με συνοχή, σαφήνεια και συναισθηματική ισορροπία, ανεξάρτητα από το αν αυτές οι εμπειρίες ήταν θετικές ή αρνητικές. Δείχνουν αποδοχή των φροντιστών τους και κατανόηση της σημασίας της πρώιμης σχέσης για την ανάπτυξή τους. 2) Απορριπτικός-αποφευκτικός (Dismissive) – Ενήλικες που τείνουν να ελαχιστοποιούν τη σημασία των σχέσεων και των συναισθημάτων. Συχνά περιγράφουν τις παιδικές εμπειρίες τους ως “κανονικές” ή “αδιάφορες”, χωρίς, ωστόσο, να θυμούνται λεπτομέρειες, ή απορρίπτουν τη σύνδεση αυτών με τη συμπεριφορά τους. 3) Αγχώδης-αμφιθυμικός (Preoccupied)- Οι ενήλικες με αυτόν τον τύπο δεσμού είναι συχνά κατακλυσμένοι από τις αναμνήσεις τους, οι οποίες συνήθως περιλαμβάνουν σύγχυση, θυμό ή έντονα συναισθήματα προς τους φροντιστές τους κατά τα παιδικά χρόνια τους. Οι αφηγήσεις τους είναι συχνά ασυνάρτητες ή αποδιοργανωμένες, με εναλλαγές συναισθηματικής υπερβολής και αμφιθυμίας. Και 4) Αποδιοργανωμένος (Unresolved/disorganized)- Ενήλικες που παρουσιάζουν δυσκολίες στη σύνδεση των παιδικών εμπειριών τους, ειδικά όταν αυτές περιλαμβάνουν τραύμα ή απώλεια. Οι αφηγήσεις τους συχνά περιέχουν παύσεις, κενά μνήμης ή ασυνέπεια λόγου, υποδηλώνοντας ότι τα τραύματα αυτά δεν έχουν ενσωματωθεί πλήρως στο σύστημα δεσμού τους.

Ενεργά Μοντέλα Δεσμού     

Η σύναψη δεσμού, όπως είδαμε, επεκτείνεται στην ενήλικη ζωή, καθώς οι ενήλικες τείνουν να έχουν την τάση να διαμορφώνουν διαπροσωπικές σχέσεις, σύμφωνα με τους τύπους δεσμού. Στην ενήλικη διαπροσωπική σχέση, το σύστημα της σύναψης δεσμού αλληλεπιδρά με το σύστημα της προσωπικότητας. Τα δύο αυτά συστήματα, με καθοριστικό αυτό της σύναψης δεσμού, επιδρούν ως προς τη συμπεριφορά του ανθρώπου απέναντι στους άλλους. 

Η κεντρική έννοια της θεωρίας δεσμού για τους ενήλικες είναι τα Ενεργά Μοντέλα Δεσμού (ΕΜΔ) (Καφέτσιος, 2005). Τα ΕΜΔ αντανακλούν τις γενικευμένες αναπαραστάσεις ως προς το πόσο προσιτός είναι ο γονέας και το ιστορικό αλληλεπιδράσεων του συστήματος δεσμού. Τα ΕΜΔ είναι δυναμικές διεργασίες, όπου πληροφορίες από το περιβάλλον, επιλέγονται, επεξεργάζονται, αναπαριστώνται στη μνήμη και επηρεάζουν, εν τέλει, τη συμπεριφορά. Αποτελούν τις σταθερές εκείνες δομές, που επιδρούν στις σχέσεις σε όλο το ηλικιακό φάσμα της ζωής. Μάλιστα, η δυνατότητα μετάλλαξης των ενεργών μοντέλων από ασφαλή σε ανασφαλή ή το αντίστροφο στην εφηβεία ή την ενηλικίωση είναι σχετικά περιορισμένη. Επομένως, τα ΕΜΔ είναι «δυναμικά», καθώς περιλαμβάνουν σύνθετες, ενιαίες αναπαραστάσεις για τον Εαυτό, τους σημαντικούς άλλους και τις διαπροσωπικές σχέσεις, αναπαραστάσεις που συνδέονται με κεντρικές συναισθηματικές διεργασίες, όπως αυτή της ρύθμισης των συναισθημάτων (αυτό-ρύθμιση) και του αυτό-ελέγχου.  

*Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου, χωρίς αναφορά στην πηγή και έγγραφη άδεια της υπεύθυνης της ιστοσελίδας www.aiginiti.gr

Βιβλιογραφια

  • Ainsworth, M.D. (1985). Attachments across the life span. Bull N Y Acad Med. 61(9):792-812. PMID: 3864511; PMCID: PMC1911889.
  • Ammaniti, M., Van Ijzendoorn, M. H., Speranza, A. M., & Tambelli, R. (2000). Internal working models of attachment during late childhood and early adolescence: An exploration of stability and change. Attachment & Human Development, 2(3), 328– 346. https://doi.org/10.1080/14616730010001587
  • Bartholomew, K., & Horowitz, L. M. (1991). Attachment styles among young adults: A test of a four-category model. Journal of Personality and Social Psychology, 61(2), 226–244. https://doi.org/10.1037/0022-3514.61.2.226
  • Bowlby, J. (1969). Attachment and Loss: Vol. 1. Attachment. New York: Basic Books.
  • Bowlby, J. (1988). A Secure Base: Parent-Child Attachment and Healthy Human Development. New York: Basic Books.
  • DiTommaso, E., Brannen-McNulty, C., Ross, L., & Burgess, M. (2003). Attachment styles, social skills and loneliness in young adults. Personality and Individual Differences, 35(2), 303–312. https://doi.org/10.1016/S0191-8869(02)00190-3
  • Goldberg, S., Muir, R., & Kerry, J. (1995). Attachment theory. Social, developmental and clinical perspectives. Hillsdale: Routledge.
  • Hazan, C., & Shaver, P. (1987). Romantic love conceptualized as an attachment process. Journal of Personality and Social Psychology, 52(3), 511.
  • Main, M., & Solomon, J. (1986). “Discovery of an insecure-disorganized/disoriented attachment pattern.” In M. Yogman & T. B. Brazelton (Eds.), Affective Development in Infancy (pp. 95–124). Norwood, NJ: Ablex.
  • Mikulincer, M. (2005). Εισαγωγικό Σημείωμα. Δεσμός, Συναίσθημα και Διαπροσωπικές Σχέσης. Στο Κ. Καφέτσιος. Αθήνα: Τυπωθήτω.
  • Καφέτσιος, Κ,. (2005). Δεσμός, συναίσθημα και διαπροσωπικές σχέσεις. Αθήνα: Τυπωθήτω
  • Ravitz, P., Maunder, R., Hunter, J., Sthankiya, B., & Lancee, W. (2010). Adult attachment measures: A 25-year review. Journal of Psychosomatic Research, 69(4), 419–432. doi: 10.1016/j.jpsychores.2009.08.006